Why I tell folk tales

Why is it that we story-tellers feel the need to tell folk tales -that apparently insignificant branch of the spoken word that nevertheless has the power to make us grow in stature?

It is certainly not so that we can express ourselves artistically. If that were our aim we would need to turn our hand to something else. Nor do we tell folk tales to ‘steal’ an ephemeral place at the centre of the story, having held those around us hostages for as long as the story-telling lasts. That is something we can attempt in a thousand and one other (and usually easier) ways. So why?

There are countless answers to this question -as many as there are story-tellers- but I will give you what is, for me, the finest one. It comes from the French story-teller Michel Hindenoch and has to do with an old tradition of the hunters from his part of the world, the Black Forest:

In the old days, when hunters in the Black Forest took aim at an animal, they tried to do it without finding themselves face to face with their prey; for they said that if their eyes met just before they killed it, then its soul, which was heavy with death, would make their blood turn black. If this happened, then the hunter would return alone to his village and isolate himself for days, without eating, without drinking and without speaking to anyone, until he felt that the time had come to tell of his experience. Telling the other villagers exactly what had happened on that hunt, when he met the eyes of the animal he killed, would cleanse his blood.

I tell folk tales to cleanse my blackened blood.

All story-tellers are aware that folk tales -and especially the magical ones- can cleanse our blood, which is to say that they are liberating. Although their heroes sometimes seem passive at first sight, the moment always comes when the wild creature that is heavy with death looks into their eyes, their blood turns black and in the end, invariably, accepting their mortality, they take the steps that will lead them back to life and cleanse their blood.

As for myself, I found the answer to the question ‘Why do I tell stories?’ one evening several years ago when I was watching a documentary about dinosaurs on  television. Scientists were discussing a fossil of a strange creature which showed traces of wings and they did not know whether it was a species that had previously flown but had reached a stage of development where its wings were disappearing, or whether the opposite was true and it was destined to become a flyer in the future. At that moment, as I sat in front of the glowing screen, I reached up and fingered my back and there between the shoulder blades I felt that I too bore such traces. Suddenly the idea came into my mind that this was what a story-teller was: a creature that knows it has the stubs of wings. Was it once a flying creature that through its story-telling wishes to share its memories of the sky, or is it readying itself to fly and speaks of it without a pause to pluck up courage, since it hasn’t quite decided yet?

A few words about folk tales

The folk tale is something very strange. It seems humble, harmless, clumsy, naïve and artless, yet it has the characteristics of a great work of art: it amazes time by its endurance and has within it EVERYTHING.

Nothing has ever astounded time more than the folk tale. Born before writing was even conceived of, it has reached us essentially unchanged through that most vulnerable of media, the human voice. And it contains all truth in its entirety: a universal, ageless truth related to no tangible reality of time or place but to the human soul itself.

Who do folk tales speak to? I believe that since they are wise they address themselves to the wise: to children, that is. Children are the natural – though not the only – audience for folk tales, for they contain a message that can be received by all those who, like the heroes of magical folk tales, consent to grow up remaining innocent and not subservient, all those who can bear to tread the path that leads us to self-knowledge, and all those who dare to struggle with the dragon that guards the pass that leads to true maturity.

The traditional folk tale handed down by word of mouth is a little boat with a sail. It glides across the sea of collective unconsciousness, the sea of dreams. Breaths of freedom thrust it forward. Its listener holds the tiller. The longed-for land is the essence of things, the seed of being, the meaning of every moment, confidence in life, the yearning to live another day.

And a few words about telling them

The story-teller is neither teacher, actor, clown nor animating spirit -nothing that needs knowledge or technique. At least as long as he is telling his tale he is neither decorous nor reserved, insolent nor vain -all these qualities and vices that insecurity forces us to adopt. He is neither professional nor amateur nor even an artiste. He is a free spirit who has, as Henri Gougaud says, the power to close his ears to the inner voice that prods him to be pleasing and to the strident clamour of the world, and to overcome every fear so that he may achieve the peace he needs to deliver some part of the truth his tale contains to those who desire to receive it and possess the necessary qualities. The great difficulty in story-telling is the risk one  runs of not achieving this aim.

The hero of the magical folk tale is free, but without believing that the world revolves around him. Humble yet brave, he is in debt to no one. He walks straight on, holding clenched between his teeth the coin to pay for his place on Charon’s ferry and cross to the other side. Sometimes he returns and sometimes not, but he always crosses the dark river.

The story-teller’s only technique can be to follow in the hero’s footsteps.

Tο KEΘΕΑ “Διάβαση”: χώρος μυητικός μαγικού παραμυθιού

Η συνάντησή μου με τη “Διάβαση” που φιλοξενεί τα εργαστήριά μου εδώ και χρόνια, μοιάζει πολύ με τη συνάντησή μου με τα παραμύθια. Έγινε από καθαρή συγκυρία (μια βραδιά παραμυθιών) και ήταν συγ-κινητική, με την έννοια μιας πραγματικής μετακίνησης. Μιλώντας γι’ αυτό δεν αναφέρομαι μόνο στον υπέροχο χώρο και στη ζεστασιά των ανθρώπων, αλλά πιο πολύ στην αύρα που περιβάλλει το χώρο και τους ανθρώπους –μια αύρα μυητικής διαδικασίας “διάβασης” προς την ουσιαστική ενηλικίωση.

Όταν, μετά την πρώτη ξενάγηση, συνειδητοποίησα τη δουλειά που γίνεται σ’ αυτό το χώρο, κατάλαβα ότι αυτά τα ευγενικά, πρόθυμα και φιλότιμα παιδιά είναι κάτι πολύ περισσότερο από την πολύ θετική τους εικόνα: είναι ήρωες και ηρωίδες μαγικών παραμυθιών. Για μένα ήταν μια αποκάλυψη το να “δω” με σάρκα και οστά ολοζώντανους μπροστά μου αρχετυπικούς ήρωες και ηρωίδες, να βιώνουν την πορεία τους προς την αυτονομία και την αυτογνωσία.

Κάθε φορά που στο εργαστήρι συμβολισμού συμμετείχαν παιδιά της Διάβασης, η εμπειρία  για όλους ήταν συγκλονιστική. Χωρίς την παραμικρή προηγούμενη θεωρητική γνώση ή εξοικείωση με τα παραμύθια, τα παιδιά της Διάβασης καταλάβαιναν αμέσως την “ουσία” τους, μια ουσία που σε μένα πήρε χρόνια να προσεγγίσω. Καταλάβαιναν αμέσως πως όταν ο ήρωας βρίσκεται στον πάτο, δεν έχει άλλη επιλογή: ή θα χαθεί ή θα γίνει βασιλιάς!

Στο μαγικό παραμύθι ο ήρωας βιώνει μια αρχική έλλειψη που τον οδηγεί σε μετακίνηση από το πατρικό σπίτι -μια μετακίνηση καθόλου ανώδυνη, αντίθετα γεμάτη οδυνηρές απώλειες. Είναι η περίοδος που κατεβαίνει, κατεβαίνει, ώσπου φτάνει στο βυθό της μοναξιάς, στον πάτο της ύπαρξής του. Τότε, εξαρτάται από αυτόν και μόνο αν θα εγκλωβιστεί στις απώλειές του ή αν θα κάνει το πένθος του ώστε να ξαναρχίσει ν’ ανεβαίνει. Και ακριβώς όπως τα παιδιά της Διάβασης, ανεβαίνει, ανεβαίνει και στο τέλος φτάνει σ’ ένα σημείο ανώτερο από αυτό που ήταν πριν από τις δοκιμασίες: γίνεται βασιλιάς (ή βασίλισσα), δηλαδή εκτός ιεραρχίας, αληθινά αυτόνομος.

Το είπα πολλές φορές σ’ αυτά τα παιδιά –το ξαναλέω. Για μένα, όσοι πέρασαν δοκιμασίες απεξάρτησης και τα κατάφεραν να παραμείνουν σταθεροί ως το τέλος, έχουν παράλληλη πορεία με εκείνη των ηρώων στα μαγικά παραμύθια (μια πορεία από το σκοτάδι προς το φως). Αυτά τα παιδιά που σαν τον Οδυσσέα ξεκίνησαν από την Ιθάκη και πήγαν να πολεμήσουν “για μιαν Ελένη”, στην επιστροφή τους δεν παγιδεύτηκαν στη λήθη του λωτού, αλλά συνέχισαν το ταξίδι κι έκαναν τον γύρο του κόσμου (τον γύρο του εαυτού τους). Πέρασαν από Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες, αντιστάθηκαν στην Κίρκη, κατέβηκαν στο σκοτάδι του Άδη, έκλεισαν τ’ αφτιά στις Σειρήνες, γλύτωσαν από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, τυφλώθηκαν από πείνα στο υπέρλαμπρο νησί του Ήλιου, έφτιαξαν σχεδία για να αποδράσουν από την Καλυψώ, δεν υπέκυψαν στον πειρασμό της Ναυσικάς και επέστρεψαν αλλιώτικοι στο κέντρο της ύπαρξής τους, στην Ιθάκη τους, γυμνοί από στολίδια, αλλά αληθινοί ηγέτες του εαυτού τους: ενήλικες.

Πώς να μην συγ-κινηθεί κανείς όταν φιλοξενείται σ’ αυτό τον τόσο φορτισμένο με θετική ενέργεια χώρο; Ένα χώρο που μοιάζει με μαγικό παραμύθι, γιατί ακριβώς σαν κι αυτό, έχει την ιερότητα της οδύνης, της προσφοράς, της βαθιάς συντροφικότητας και -πάνω απ’ όλα- της νίκης της ελεύθερης βούλησης.

Παραμυθάδες: μια αόρατη συντεχνία

 Υπάρχει συντεχνία παραμυθάδων; Αν υπάρχει, πώς λειτουργεί; Με καταστατικό και γενική συνέλευση, με ηγέτες και οπαδούς, με πλειοψηφίες και μειοψηφίες; Με μυστικιστικά τελετουργικά και όρκους σιωπής; Με κώδικες αναγνώρισης και αλληλοϋποστήριξης; Ή μήπως η συντεχνία υπάρχει επειδή υπήρξε κάποτε (ας θυμηθούμε τους κατά τον Πίνδαρο Ομηρίδες) και όσο υπάρχουνε παραμυθάδες η μνήμη της ύπαρξής της παραμένει ζωντανή;

Αν αυτό το τελευταίο είναι αλήθεια, κι αν ο κάθε παραμυθάς, παράλληλα με το μοναχικό του ταξίδι είναι μέλος μιας αόρατης συντεχνίας, ποιοί δεσμοί τον ενώνουν με τη συντεχνία του, δηλαδή με τους άλλους παραμυθάδες;

Απαντώ προσωπικά και αυθαίρετα. Πρώτα-πρώτα, όταν λέω συντεχνία δεν εννοώ επαγγελματικό σωματείο. Για μένα, σ’ αυτό το μαγικό πράγμα που είναι η αφήγηση παραμυθιών δεν νοείται οποιαδήποτε έννοια συνδικαλισμού πέρα από την πεποίθηση ότι ανήκουμε στην αόρατη συντεχνία των αληθινών παραμυθάδων όλων των εποχών και όλων των τόπων. ‘Όσο για το “καθεστώς” του παραμυθά, ως επαγγελματική ιδιότητα θα σκοντάφτει πάντα (όσο ζούμε σε δημοκρατικό καθεστώς) στον “ορισμό” του παραμυθά. Αν δεχτούμε ότι η βασική προϋπόθεση για την αφήγηση παραμυθιών είναι μια ιδιαίτερη ψυχική διάθεση, τότε με ποια κριτήρια (πέρα από τα κριτήρια της θεατρικής τέχνης που είναι εντελώς άλλο πράγμα) και από ποιον θα αποφασίζεται ποιος είναι κατάλληλος για να έχει την ιδιότητα του αφηγητή παραμυθιών και ποιος όχι;

Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι η αφήγηση παραμυθιών είναι ξέφραγο αμπέλι. Η αφήγηση δεν είναι περιφραγμένος χώρος μόνο και μόνο γιατί είναι ένα βήμα ελευθερίας. Δεν υπάρχει συρματόπλεγμα, αλλά ο χώρος είναι οριοθετημένος από έναν κώδικα δεοντολογίας. Αυτός ο κώδικας δεοντολογίας που ενώνει τους παραμυθάδες ξεκινάει από τη μαθητεία τους, βασίζεται στο ρεπερτόριό τους και συνδέεται με τη στάση τους απέναντι στα παραμύθια και στη ζωή.

Για μένα, τρία είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του μέλους της αόρατης συντεχνίας των παραμυθάδων:

 1) Ο παραμυθάς μαθαίνει από παραμυθά ή (ακόμα καλύτερα) είναι αυτοδίδακτος μέσα από μια μακριά, προσωπική πορεία

Η μαθητεία, όπως λέει και ο Στέλιος Πελασγός, κατά κύριο λόγο βασίζεται στην παρατήρηση αληθινών παραμυθάδων, όπως ανέκαθεν γινόταν ανάμεσα στο δάσκαλο-μάστορα και στο μαθητευόμενο σε κάθε είδους τέχνη ή χειροτεχνία. Όχι στην ξεπατικωσούρα, αλλά στην ενεργή παρατήρηση πολλών-πολλών αφηγήσεων και αφηγητών. Τους ακούς να αφηγούνται και λες: Αυτό με συναρπάζει και ταιριάζει στη δική μου προσωπικότητα –θα προσπαθήσω να το προσεγγίσω. Εκείνο, έστω κι αν μου φαίνεται εξαίρετο (ίσως όμως και απαράδεκτο ή…), αφού δεν έχει καμιά σχέση μ’ αυτό που είμαι –προς αποφυγήν.

Δεν υπάρχουν καλοί κανόνες για να γίνει κανείς παραμυθάς, παρά μόνο καλοί παραμυθάδες. Ο καλός παραμυθάς δεν είναι «σταθερά» καλός, αλλά μόνο τις στιγμές που είναι “ένα” με τον εκφερόμενο λόγο και “μαζί” με όσους τον ακούνε. Ποιοί θεωρητικοί τυφλοσούρτες, ποιά διδασκαλία τεχνικής μπορεί να το οργανώσει αυτό;

Το σίγουρο είναι ότι στην αφήγηση παραμυθιών -όπως και σε κάθε δημιουργία- ακολουθούμε περισσότερο το ένστικτο και λιγότερο τη λογική μας και βασιζόμαστε περισσότερο σ’αυτό που είμαστε και λιγότερο στην επιμέλειά μας, γι’ αυτό και για μένα οποιαδήποτε “σχολική” προσέγγιση της τέχνης της αφήγησης είναι από ανώφελη έως επικίνδυνη. Η Αγνή Στρουμπούλη λέει: “Η τεχνική μου είναι αυτό που είμαι”.

Ένα παράδειγμα που δείχνει πως η αφήγηση συνδέεται περισσότερο με το ένστικτο και λιγότερο με τη λογική είναι η κλιμάκωση της έντασης στη ροή ενός παραμυθιού. Αν προσπαθούσα να την περιγράψω, θα έλεγα ότι ξεκινάμε το παραμύθι «ομαλά» και ανεβαίνουμε, ανεβαίνουμε, ανεβαίνουμε, ακολουθώντας τους ήρωες στις περιπέτειές τους, φτάνουμε σε μια κορύφωση της έντασης που ακολουθεί απόλυτα τον παραμυθιακό λόγο και κλείνουμε «ομαλά», χαμηλώνοντας την ένταση, αλλά πάντα σε υψηλότερο επίπεδο από το αρχικό. Όμως, η κλιμάκωση αυτή δεν βασίζεται σε εγκεφαλική προσέγγιση του παραμυθιού -αλλά στην ενστικτώδη και απόλυτη εμπιστοσύνη μας στη ροή του.

Μια παρένθεση: Όταν λέω ξεκινάμε ή καταλήγουμε «ομαλά», δεν εννοώ «ουδέτερα», δηλαδή με κοινωνική ευπρέπεια, όπως συνήθως μιλάμε στις μικρές καθημερινές συναλλαγές μας με αγνώστους. Δεν λέμε, λοιπόν, ουδέτερα το «μια φορά κι έναν καιρό», αλλά με τον τρόπο που ανοίγουμε μια πόρτα, ενώ δεν ξέρουμε τί υπάρχει πίσω, με τη σοβαρότητα του παιδιού που παίζει και την πιθανότητα πίσω από την πόρτα να υπάρχει ένας θησαυρός ή δράκοι. Δεν λέμε ουδέτερα το «ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», αλλά γιορταστικά, με τον τρόπο που λέμε «ευχαριστώ», όταν μας εύχονται «και στα δικά μας» σε κάτι πολύ σημαντικό της ζωής.

2) Ο παραμυθάς αφηγείται παραμύθια προφορικής παράδοσης

 Δυο λόγια για το ρεπερτόριό μας. Ας θυμόμαστε ότι δεν είναι ιδιοκτησία μας το ρεπερτόριό μας. Οποιοσδήποτε έχει το απόλυτο δικαίωμα να αφηγηθεί τα ίδια παραμύθια με μας.

Πρόβλημα δεοντολογίας υπάρχει μόνον όταν κάποιος αφηγείται ένα παραμύθι «με τα δικά μας λόγια» -στην περίπτωση αυτή οφείλει τουλάχιστον να αναφέρει το όνομά μας. Ο κάθε παραμυθάς αφηγείται τα παραμύθια που του μιλάνε με τα δικά του λόγια, αλλιώς δεν εκφράζει τη δική του σχέση με το παραμύθι, αλλά τη σχέση κάποιου άλλου. Αν μπει στη διαδικασία αποστήθισης είναι πιο έντιμο να αποστηθίσει μια παλιότερα καταγραμμένη παραλλαγή και όχι τα λόγια ενός σύγχρονού του παραμυθά.

Ας θυμηθούμε ότι, σε κάθε περίπτωση, μπαίνουμε με σεβασμό στο σπίτι του παραμυθιού: σκουπίζουμε τα πόδια στο χαλάκι, αγγίζουμε με πολλή προσοχή τα έπιπλα και τα λιγοστά αντικείμενα, αν έχουμε τη δυνατότητα, στολίζουμε τα βάζα με φρέσκα λουλούδια, αλλά βγαίνοντας, αφήνουμε πάντα το κλειδί στην πόρτα.

3) Η σχέση του παραμυθά με το παραμύθι είναι πιο δυνατή από οποιαδήποτε ανάγκη για βιοπορισμό ή αναγνώριση

Δεν μπορεί κάποιος να γίνει αφηγητής παραμυθιών χωρίς να αγαπάει με πάθος τα παραμύθια.

Αυτό το πάθος είναι ένα είδος τρέλας. Πιστεύω, χωρίς βέβαια να μπορώ να το αποδείξω, πως τα παραμύθια τρέφονται με ησυχία, ενώ η αφήγηση με τρέλα.

Η τρέλα στην αφήγηση συνίσταται στην πεποίθηση ότι το να λέμε παραμύθια δεν είναι επάγγελμα, αλλά πράξη μαγική. Γι’ αυτό και (όπως λέει η Κλωντ Εντμόν Μαγνύ στην “Προϋπόθεση της γραφής”), “…πρέπει να την περιβάλλουμε, σαν κάθε μαγική πράξη με ταμπού και απαγορεύσεις. Αλλιώς κινδυνεύουμε να δούμε να πολλαπλασιάζονται ανάμεσά μας οι μαθητευόμενοι μάγοι που καταλήγουν να αμφιβάλλουν για την αξία αυτής της ίδιας της μαγείας που θέλησαν να ασκήσουν με ανίερα χέρια…”

Ανίερα χέρια είναι τα χέρια των φιλόδοξων δημαγωγών. Ο αληθινός παραμυθάς δεν είναι ούτε φιλόδοξος, ούτε δημαγωγός. Δεν χειραγωγεί, δεν ελίσσεται, δεν διαπραγματεύεται. Είναι τρελός, με την έννοια που δίνει στον όρο ο Alexandre Arnoux λέγοντας: “Στη ζωή όλα συγχωρούνται εκτός από την έλλειψη τρέλας.” Αυτό πάει να πει πως έχει την τρέλα και τη σύνεση να πιστεύει ότι υπηρετεί μια πράξη μαγική και είναι ξεροκέφαλα αμετακίνητος στο ιδανικό του, σαν ήρωας μαγικού παραμυθιού. Όπως μου εκμυστηρεύτηκε η Σάσα Βούλγαρη, το αγαπημένο της μοτίβο είναι όταν ο ήρωας, στο τρίστρατο, διαλέγει το δρόμο που δεν έχει γυρισμό. Το βρήκα υπέροχο, γιατί αυτή είναι και για μένα η πιο πολύτιμη στιγμή του μαγικού παραμυθιού. Όσοι αφηγούμαστε παραμύθια, ας το θυμόμαστε: στο τρίστρατο, ο ήρωας δεν διαπραγματεύεται ποτέ. Έχει την τρέλα εκείνου που, ενώ μπορεί να διαλέξει, παίρνει πάντα το δρόμο που δεν έχει γυρισμό.

Ο παραμυθάς είναι μια ζωντανή ερώτηση που βγήκε στο δρόμο της ζωής, αναζητώντας απαντήσεις μέσα από τα παραμύθια. Αυτές οι απαντήσεις εξανθρωπίζουν το δράκο μέσα του και τους δράκους γύρω του, μεταλλάσσοντας χωρίς κηρύγματα, χωρίς τιμωρίες και χωρίς υποσχέσεις, την καθημερινή βαρβαρότητα σε ανθρωπιά. Γι’ αυτό και πιστεύω πως με την πρόφαση ότι κάποιος “ζει από την αφήγηση παραμυθιών” δεν μπορεί να παραβιάζει την ιερότητα αυτού του πράγματος, κάνοντας εκχωρήσεις που εκθέτουν και τον ίδιο και τη συντεχνία του.

Ο Henri Gougaud μας συμβουλεύει στο εργαστήρι του “να μη ζούμε απ’ αυτό”, αλλά να βιοποριζόμαστε με οποιονδήποτε τρόπο μπορεί ο καθένας και να κρατάμε για την αφήγηση τη χαρά του ερασιτέχνη, δηλαδή το πάθος και το ρίσκο του ερωτευμένου και όχι την ασφάλεια της ρουτίνας που βασίζεται σε συμβιβασμούς. Ο ίδιος δηλώνει ότι έχει το επάγγελμα του συγγραφέα και το πάθος του αφηγητή παραμυθιών. Εγώ θα έλεγα ότι το ιδανικό είναι “να ζεις μόνο απ’ αυτό” (και τιμώ αυτούς που το κάνουν), αρκεί να έχεις τη δύναμη να μην κάνεις εκχωρήσεις.

Ο παραμυθάς δεν είναι αυλικός κανενός. Δεν προσπαθεί να γοητέψει τους ακροατές, αλλά μονάχα να υπηρετήσει το παραμύθι. Είναι περιθωριακός και εκκεντρικός, ακριβώς γιατί σ’ έναν κόσμο γεμάτο σκλάβους, είναι ελεύθερος. Κι αυτός ο ελεύθερος άνθρωπος -ας μην το ξεχνάμε ποτέ- δεν είναι σοβαροφανής. Αντίθετα, μοιάζει να λέει: «Ψέματα θα σας πω, μη με παίρνετε στα σοβαρά. Ακούστε με, όπως ακούτε τη βροχή ή τον άνεμο ή μια μακρινή μουσική».

Ο παραμυθάς, ενώ έχει ρίζες βαθιά μέσα στη γη, είναι αιθεροβάτης. Δεν είναι γητευτής ανθρώπων -είναι γητευτής χορταριών και ουράνιων τόξων.



Συνέντευξή προς την Τασούλα Τσιλιμένη

Απαντήσεις της Λίλης Λαμπρέλλη σε ερωτηματολόγιο της Τασούλας Τσιλιμένη, επίκουρης καθηγήτριας  του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας



  1. Τι σας οδήγησε στην ενασχόλησή σας με την αφήγηση;

Η συγκυρία. Είχα την τύχη να παρακολουθήσω τον Μάρτιο του 1998 ένα σεμινάριο  αφήγησης του Ανρύ Γκουγκώ. Αυτό άλλαξε τη ζωή μου. Βούτηξα στα βαθιά του ωκεανού των παραμυθιών και ακόμα δεν έχω ανέβει για να πάρω ανάσα.

  1. Ποιο είναι  το νόημα για σας να λέτε ιστορίες;

Η αγωγή της ψυχής. Της δικιάς μου και αν η ώρα είναι καλή, κάποιων από αυτούς που ακούνε το παραμύθι.

  1. Με ποια κριτήρια  επιλέγετε τις ιστορίες που αφηγείσθε;

Δεν επιλέγω τα παραμύθια. Αυτά με επιλέγουν. Στην ουσία είναι κομμάτια της προσωπικής μου ιστορίας. Όχι της βιογραφίας μου, αλλά της «αληθινής» μου ιστορίας.

  1. Πόσο πιστά ακολουθείτε τις πηγές των ιστοριών; Παρεμβαίνετε σε αυτές ώστε να τις διαμορφώσετε;

Όταν η παραλλαγή είναι εξαιρετική, όπως ο «Καημός» (με δύο όλες κι όλες ελληνικές παραλλαγές στον τύπο 710), ακολουθώ το καταγραμμένο κείμενο όσο πιο πιστά γίνεται, αλλά το λέω με «δικά μου λόγια». Όταν το καταγραμμένο κείμενο είναι μια κακομεταφρασμένη περίληψη που βρήκα σε εθνολογικό υλικό σε βιβλιοθήκη (όπως στην περίπτωση παραμυθιών των Πυγμαίων του νοτιοανατολικού Καμερούν), τότε δημιουργώ μια δική μου παραλλαγή, διατηρώντας όσο το δυνατόν περισσότερο, τη δομή και την ουσία της ιστορίας.

  1. Πώς επηρεάζει ο γραπτός λόγος της πηγής απ΄την οποία αντλείτε την ιστορία, την προφορικότητά σας;

Αν η πηγή είναι καλή, το καταγραμμένο κείμενο είναι «προφορικό». Το πρόβλημα είναι πώς θα μεταφέρω την παλιότερη προφορικότητα (που συχνά έχει παραλήψεις, πλεονασμούς, ασυνταξίες, αλλά και εκθαμβωτική γλωσσοπλασία) στη δική μου προφορικότητα, χωρίς να προδώσω το παραμύθι.

  1. Έχετε μαθητεύσει/παρακολουθήσει εργαστήρια αφήγησης η είστε αυτοδίδακτος/η;

Έχω παρακολουθήσει δεκάδες σεμινάρια και εργαστήρια (όχι όλα ενδιαφέροντα), αλλά αυτά που με σημάδεψαν είναι των Γάλλων Ανρύ Γκουγκώ και Μισέλ Ίντενοκ, του Βέλγου, μαροκινής  καταγωγής Αμαντί, του Κογκολέζου Μωρίς Μποϋκασέ, και σε πανεπιστημιακό επίπεδο, της Νικόλ Μπελμόν. Όλοι οι δάσκαλοί μου (εκτός από τη Νικόλ Μπελμόν) ήταν αυτοδίδακτοι.

  1. Προσφέρετε εργαστήρια για νέους αφηγητές;

Τολμώ να το κάνω, επειδή αισθάνομαι την (επείγουσα) ανάγκη να παραδώσω ό,τι πολύτιμο παρέλαβα.

  1. Ποιας ειδικότητας, ηλικίας και φύλου  είναι συνήθως οι συμμετέχοντες;

Ενήλικες κάθε ηλικίας (από 18 χρονών έως πάνω από 70). Συνήθως γυναίκες, όλων των ειδικοτήτων, αλλά στην πλειοψηφία τους εκπαιδευτικοί.

  1. Διαθέτοντας πείρα  ετών γύρω από την αφήγηση, είστε ευχαριστημένη από την πορεία και εξέλιξή της;

Πιστεύω πως αν υπάρχει μία εποχή παραμυθιών, είναι αυτή που ζούμε τώρα. Πώς να μην είμαι ευχαριστημένη; Από την άλλη πλευρά, ασχολούνται βιοποριστικά με την αφήγηση και κάποιοι που δε νοιάζονται καθόλου το παραμύθι. Αυτό συμβαίνει παντού και είναι αναμενόμενο, τη στιγμή που δεν υπάρχουν πια οι συντεχνίες που δημιουργούσαν (και επέβαλαν) δεοντολογία. Πάντως, είμαι σίγουρη ότι το παραμύθι δεν έχει να φοβάται τίποτα -είναι πιο δυνατό από τις κάθε είδους χειραγωγίες.


  1. Στην Ελλάδα, όπου η αναβίωση της αφήγησης  είναι πολύ πρόσφατη, έχουν υιοθετηθεί οι όροι νεο –αφηγητής, σύγχρονος αφηγητής ή επαγγελματίας παραμυθάς. Γύρω από αυτό έχει αναπτυχθεί ένας προβληματισμός για την ορθότητα των όρων. Ποια η γνώμη σας;

Πρώτα-πρώτα, δεν τίθεται θέμα αναβίωσης, αν δούμε την αφήγηση σε βάθος χρόνου. Εγώ θα έλεγα ότι υπάρχει μια φοβερή ανάπτυξη της αφήγησης, που ποτέ δεν πέθανε –άλλαξαν μόνο οι συνθήκες αφήγησης γιατί άλλαξαν οι συνθήκες ζωής και κυρίως παιδείας.  Όσο για τους όρους, για μένα, αφηγητής είναι μια χαρά, παραμυθάς το ίδιο. Ο αφηγητής πάντα ήταν ένας από την αφηγηματική κοινότητα. Επειδή είναι εγγράμματος θα πρέπει να τον πούμε νεο-αφηγητή; Είναι εγγράμματος γιατί είναι όλοι εγγράμματοι. Σε κάθε περίπτωση, θα ήταν δύσκολο να μην είναι.

  1. Ποιες ανάγκες του  σύγχρονου ανθρώπου καλύπτει ο σημερινός αφηγητής;

Αυτές που κάλυπτε πάντα. Κουβαλάει ένα λόγο παραμυθίας και συγχρόνως, ιδίως μέσα από τα μαγικά παραμύθια, συντροφεύει τις ατομικές πορείες προς την ουσιαστική ενηλικίωση.

  1. Τι αποζητούν κατά τη γνώμη σας οι ενήλικες θεατές/ακροατές;

Το βάλσαμο αυτής της αρχέγονης ποίησης που μέσα από μια εξωπραγματική ιστορία, μιλάει για την ανθρώπινη ψυχή.

  1. Πιστεύετε ότι η ιστόρηση μπορεί να γίνει ένα κοινωνικό φαινόμενο  όπως ήταν στις παλαιότερες εποχές;

Απάντησα ήδη. Είναι κοινωνικό φαινόμενο και μάλιστα έχει πάρει έκταση πολύ μεγαλύτερη από τις εποχές των εκάστοτε καταγραφών.

  1. Μπορεί το σημερινό κοινό να λειτουργήσει όπως εκείνο της παραδοσιακής προφορικής αφήγησης; Δηλαδή να περνά η ιστορία από στόμα σε στόμα;

Σίγουρα ναι. Ένα μέρος από το ρεπερτόριό μου είναι παραμύθια που δεν είδα ποτέ γραμμένα –τα άκουσα μονάχα από άλλους αφηγητές.

  1. Ποιες ιστορίες έχει  ανάγκη περισσότερο ο σημερινός ακροατής; Ιστορίες από την αρχαιότητα, την μυθολογία, τη λαϊκή παράδοση, αφηγήσεις ιστορικής μνήμης;

Για μένα δεν υπάρχει τίποτα πιο δυνατό από το λαϊκό παραμύθι. Γιαυτό και είναι το πιο οικουμενικό είδος και σε κάθε περίπτωση, το πιο διαχρονικό.

  1. Η αφήγηση λειτουργεί καλύτερα σε ένα αστικό περιβάλλον ή σε μια μικρότερη κοινωνία;

Λειτουργεί παντού, αρκεί να υπάρχουν συναινούντες δέκτες. Ας μην ξεχνάμε βέβαια και τον άγγελο ή το στοιχειό της ποιότητας της στιγμής. Αυτό που κάνει να ακούσει ο κατάλληλος άνθρωπος την κατάλληλη ιστορία, την κατάλληλη στιγμή.

  1. Βρίσκετε διαφορές μεταξύ άνδρα αφηγητή και γυναίκας αφηγήτριας;

Μόνο στο ρεπερτόριο. Υπάρχει η τάση οι γυναίκες να αφηγούνται παραμύθια με γυναίκες ηρωίδες και οι άνδρες με άνδρες. Κανόνας με πάμπολλες εξαιρέσεις –ευτυχώς.

  1. Ποιοι οι στόχοι και το μέλλον των Ινστιτούτων ή Κέντρων της αφήγησης;

Οι στόχοι ποικίλοι. Από άνευ όρων αγάπη για τον ταπεινό, πανάρχαιο, συμβολικό λόγο του παραμυθιού, έως καθαρή φιλοδοξία ή ανάγκη βιοπορισμού σε έναν ανερχόμενο χώρο. Πιστεύω ότι το μέλλον τους συνδέεται με την ποιότητα των στόχων.

  1. Θεωρείτε ότι μπορεί κάθε άνθρωπος  να αφηγηθεί ανεξάρτητα από κάποιο ταλέντο ή εκπαίδευση και εξάσκηση;

Χωρίς καμιά επιφύλαξη, ναι. Όμως, όχι όλες τις στιγμές, όχι όλα τα παραμύθια -κι αυτό σηκώνει μια μεγάλη συζήτηση.

  1. Αν ήταν να διαρθρώσετε τον δεκάλογο του καλού αφηγητή, ποια σημεία θεωρείτε τα πιο σημαντικά;

Το πρώτο: είναι αληθινός. Δεν παριστάνει τον αφηγητή –είναι ο αφηγητής. Είναι ο εαυτός του σε μια ξεχωριστή στιγμή. Τη στιγμή της αποκάλυψης μιας κρυμμένης αλήθειας.

Το δεύτερο: λέει την αλήθεια, με την έννοια ότι πιστεύει στη βαθύτερη αλήθεια της εξωπραγματικής ιστορίας που αφηγείται.

Το τρίτο: είναι «χωρίς δέρμα» -ευαίσθητος, αλλά όχι ευάλωτος, πομπός και δέκτης -στον αντίποδα του παχύδερμου.

Το τέταρτο: είναι σύγχρονος με όσους τον ακούνε.

Το πέμπτο: είναι ενήλικος. Δεν ντρέπεται ούτε είναι ξεδιάντροπος. Δεν παιδιαρίζει ούτε ζητάει συγνώμη (με τον τρόπο του) που βρίσκεται στο κέντρο του λόγου. Μιλάει από τη θέση του πατέρα ή της μάνας.

Το έκτο: δεν είναι ούτε δημαγωγός ούτε σοβαροφανής, με την έννοια ότι τη στιγμή της αφήγησης ούτε κάνει τούμπες, ούτε είναι «καθώς πρέπει» -πώς άραγε να πρέπει;.

Το έβδομο: έχει επίγνωση της μουσικότητας της αφήγησης.

Το όγδοο: έχει επίγνωση πως είναι ο ταπεινός πρόγονος του ηθοποιού. Ταπεινός, αλλά πρόγονος. Ο ηθοποιός παίρνει δάνεια από τον παραμυθά και όχι το αντίστροφο.

Το ένατο: Δεν έχει «ορατή» τεχνική. Η βασική του τεχνική είναι η «παρουσία» του που στηρίζεται στη ζωντανή του σχέση με το παραμύθι και τους ακροατές.

Το δέκατο: Είναι ανοιχτός στη ζωή. Είτε αφηγείται σε παιδιά είτε σε μεγάλους, όντας ενήλικος, είναι με την πλευρά των παιδιών, δηλαδή κοντά στη ρίζα, με την πλευρά του παιχνιδιού των αθώων. Ανάμεσα στη ζωή και τον κόσμο διαλέγει τη ζωή, γιατί τα παραμύθια μιλάνε για τη ζωή κι όχι για τον κόσμο.

  1. Πώς σχολιάζετε τον εναγκαλισμό της αφήγησης από κλάδους όπως αυτός της παιδαγωγικής, της ψυχολογίας, της κοινωνιολογίας κ.α.

Η αφήγηση παραμυθιών αγκαλιάζει τα πάντα –είναι λογικό να την αγκαλιάζουν τα πάντα.

13. Ποια χώρα θεωρείτε ότι προηγείται στον τομέα της αφήγησης και που οφείλεται αυτό;

Δεν γνωρίζω το γίγνεσθαι παρά μόνο στην Ελλάδα, στο Βέλγιο και στη Γαλλία. Η Ελλάδα ακολουθεί τις χώρες αυτές από μεγάλη απόσταση. Ίσως ένας από τους λόγους να είναι ότι ως Έλληνες έχουμε μεγαλύτερη εξοικείωση από τους γαλλόφωνους με το θέατρο –δηλαδή με τον δοξασμένο απόγονο της αφήγησης, και θεωρούμε τον ταπεινό πρόγονο είδος περιθωριακό -μια εκκεντρική πρωτοπορεία.

  1. Μέσα από  την εμπειρία σας, τι θα είχατε να συμβουλεύσετε τους έλληνες παραμυθάδες, και όσους στην ελλάδα αναλαμβάνουν ρόλους δασκάλου της τέχνης της αφήγησης, ώστε να  παρακαμφθούν εμπόδια και δυσκολίες που εσείς αντιμετωπίσατε και τα οποία έβλαψαν την αφήγηση.

Θα απαντήσω με μια φράση του δασκάλου μου, Ανρύ Γκουγκώ:

«Όποιος διδάσκει παραμυθάδες πρέπει να θυμάται ότι η δουλειά του είναι να βοηθήσει όσους θέλουν να αφηγηθούν να δημιουργήσουν το δικό τους κόσμο, όχι να τους παγιδεύσει στο δικό του.»

Lily Lambrelli interviewed by Tina Panoriou


You are a much-loved storyteller. How did you come to step into this magical world?

I came to storytelling quite by chance. A series of coincidences brought me to a seminar on telling folk tales which I had thought would be concerned with the written word -with ‘junior literature’ for children. However, for me it opened a door to something entirely different: oral literature -the folk tale and how it can be told.

You have made the acquaintance of many storytellers in the course of your career. Which of them impressed you most?

I have been impressed by many, though not always favourably and particularly not by those who used techniques borrowed from other fields such as theatre, music, dance or the repartee of the clown. Few of them moved me and those who did were the ones who humbly served the cause of folk tales and their telling and did not seek a prominent position on a brightly-lit stage. Of them all, the one I came to feel deep love for and whom I never cease to speak of is the great French storyteller and author Henri Gougaud who, by the happy coincidence I mentioned above, became my teacher. He has never taught me any techniques, for he is not in the business of selling methodology. On the contrary, at his workshops he helps us to remove the masks that we all wear – whether theatrical or other techniques or the disguises worn in everyday social interaction (of formal respectability, insincere modesty, feigned self-confidence and concealed vanity) – to enable us, disarmed and stripped of all adornments -with no intention of ‘winning over’ the other- to serve this primeval poetic art form.

What was your favourite folk tale when you were a child?

‘A Mother’s Heart’ from ‘The Thousand and One Nights’. You know, the one that ends with the mother’s heart speaking from where it is lying on the ground, and asking her son, ‘Are you hurt, my child?’ The reason is that it was the only tale my mother knew that would make my sister and me behave -and we cried our eyes out every time we heard it. Needless to say it’s a tale I never told my own daughter. What is for sure is that I read more folk tales than I heard. Of those I read I was particularly fond of ‘Snow White’, though I only came to truly love it much later, when I discovered Greek versions of the story that had not been bowdlerized..

“Folk tales,” you say, “are living creatures, whether you believe it or not. If we agree to let them into our lives, our relationship with them becomes as real as our relationship with people”. And I ask myself: how can a person as brimming over with sensitivity as yourself bear to live in these savage times that we are passing through?

All of us are “brimming over with sensitivity,” as you put it. They only lose it when they become competitive and aggressive. For storytellers to have such tendencies is inconceivable. We know very well that there will always be someone who has told, or will tell, a story better than we can, and equally someone who has told, or will tell the same tale less effectively. There is no point in comparisons. Yet they do have consequences, for they make us retreat inside ourselves and blind us, I might say, to the little daily miracles that occur around us, even in the harshest times.

You write folk tales yet professionally you come from another, more ‘serious’ and rigidly ordered field. You studied law and then worked as a translator in an international organization. How do these capacities combine?

I have earned my living without anybody’s help, thanks solely to my studies and especially thanks to having read law. First of all, it enabled me to find work (which is by no means guaranteed these days) and indeed to pursue the professional career you mention. For if in these times and at my age I were to attempt to make a living solely by writing and telling folk tales I might well meet with disappointments or be obliged to make concessions and compromises in order to survive. But then again, perhaps not. We’ll never know.
As for how the practice of the law is connected with writing and telling folk tales, I would say they have the same basic characteristic; in both a sense of justice dominates. As for the connection between folk tales and translation, which was my basic professional activity, I would say it is a close one, since both are concerned with a transfer from one world to another. Translation deals with transferring meaning from one linguistic system to another, while folk tales and their telling are concerned with the transfer from the ‘once upon a time’ which could be any point in the past to the ‘here and now’; from the imaginary and utopian to the real, from symbolic language to hidden meaning. The most important characteristic they have in common is that they come into being in periods of tranquillity. Without this quality of tranquillity one can neither translate nor write something of one’s own, nor, above all, tell folk tales to an audience. I am talking here chiefly of the tranquillity which comes from within.

In your book ‘The Woman with Hands of Light’ you say that heroes are not men or women but couples. Could you tell us a little about this?

This small book is a collection of seven little diamonds -six folk tales unknown to the wider public and one traditional story. They are all tales of couples but seen from the woman’s point of view. And in all seven it is the woman who leads. The man merely follows, and in one way or another either becomes her partner or disappears for ever. They tell of the relationship between lovers in its absolute form, and speaking in parables they give the couples guidance: both on how to live and how to live together.
From the symbolic viewpoint they might speak of the difficulty in achieving union between the feminine-intuitive- creative part of our soul and the masculine-dynamic-cerebral part of us, both of which are necessary, concern both men and women and should ideally co-exist in harmony. At a certain level of interpretation, these stories warn us against being either ‘steamrollers’ like those we see making their way through life by elbowing and biting (or those who waste their lives in frenzied socializing that has more to do with public relations than with true relationships) or would-be poets who are creative but introverted, choosing isolation to protect themselves from the savagery of the world. They tell us to keep on walking forward with inspiration, daring and endurance but always headed for the point the light is coming from.

Let us turn now to your most recent book. What does Stumpy the Blackbird symbolize for you?

For me, Stumpy is the piece of ourselves (perhaps the most important piece) which feels deafened and hemmed in by the clamour of the world and while waiting for some peace and quiet so it can gather strength and hatch, remains shut up inside the stifling confines of its shell when what it longs for is to break out, grow and fly. Everything starts from the realisation that an interior tranquillity is required for every successful transition to a higher level of awareness. Then it requires persistence and stamina to force your way through this world of threats and bullying, to learn that your own world is located there where people fly, not wound, and to move forward until you find the relationship ( of whatever kind) that will help you to achieve your goal and fly.

I think that the three key features in this story are the nettles, the ladybird and the beaver. Would you like to tell us what each of these represents for you?

The stinging nettles are bullying at school or in life, hangers-on who are spiteful because they get a twisted pleasure from it or who enjoy stupid, hurtful teasing. The ladybird is the angel, bearer of good tidings, who brings you a message that there is hope just as long as you have the courage to break free from the dreary existence you have grown accustomed to and set off in search of real life. The beaver represents relationships, whether with family, friends or lovers, which give you the measure of what you can achieve and what you cannot -the measure for the meaning of life, indeed, which is to stretch your powers to their limits and beyond.

You are a candidate for the prestigious Astrid Lindgren prize. Can you tell us a little about it?

I was familiar with the name of the prize but I had never realised how important an award it was until I was chosen as candidate for Greece and began to search for information on the internet to discover details. I saw to my astonishment that it is the world’s leading prize for children’s literature ( but also for storytelling, combatting illiteracy and promoting a love of reading) and that is why it is often referred to as ‘the little Nobel prize’. So far it has never been won by Greece although our country has been represented by many very talented authors -so my chances of winning it are minimal. My only faint hope lies in my double capacity as both author and teller of folk tales. When I learned of the huge sum of money that accompanies the prize I told myself that if I were lucky then so would Greece be. For should I win my intention is to devote the whole sum to encourage a love of learning in general and storytelling in particular in areas where there is real need (such, for example, as small libraries on remote Greek islands). I know it’s a quixotic dream, but in these difficult times let us at least keep alive our right to dream!